Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΥΤΡΩΤΗΣ ΜΟΥ
Γεννήθηκα στη Αθήνα το 1967 μέσα σε μια εξαμελή οικογένεια. Η οικογένεια μου ήταν ενωμένη και αγαπημένη χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Η σχέση της οικογένειας μου με τον Θεό ήταν τυπική, στηριγμένη στις παραδόσεις των ανθρώπων. Εγώ όμως παρ’ ότι δεν είχα επίγνωση Θεού, ούτε σωστή διδασκαλία πάντα πίστευα μέσα στην καρδιά μου ότι ο Θεός υπάρχει και όταν θα προσευχηθώ σε αυτόν θα με ακούσει. Αυτό το έκανα πάντα έως την εφηβεία μου.
Στα μαθητικά μου χρόνια μέχρι το Λύκειο υπήρξα μια πολύ καλή μαθήτρια με ήρεμο και πρόσχαρο χαρακτήρα. Στο Λύκειο αυτή η καλή μου πορεία άλλαξε γιατί άρχισαν να με ενδιαφέρει η ζωή και τα πράγματα του κόσμου χωρίς όμως να προβαίνω σε ακρότητες. Τότε άρχισα και το κάπνισμα που ήταν και η πιο κακή μου συνήθεια.
Εκείνη την περίοδο οι δύο μεγαλύτερες αδελφές μου πίστεψαν συνειδητά στον Χριστό και διαπίστωσα μια ριζική αλλαγή στην ζωή τους, στην συμπεριφορά τους και στον τρόπο σκέψης τους. Η αλλαγή στην ζωή τους επηρέασε και την δική μου και για κάποιο χρονικό διάστημα τις ακολούθησα κι’ εγώ στην εκκλησία που πήγαιναν.
Εκεί κατάλαβα ότι ο Θεός στον οποίον προσευχόμουν μικρή είναι ζωντανός και είναι αυτός που αλλάζει και επεμβαίνει στις ζωές των ανθρώπων. Η ώρα του Κυρίου όμως δεν είχε έρθει ακόμα ώστε να στραφώ ολοκληρωτικά σε αυτόν.
Στα 19 μου χρόνια συνδέθηκα με τον σύζυγο μου με τον οποίο ήμασταν συμμαθητές στο δημοτικό. Ζούσαμε αμέριμνοι και ξέγνοιαστοι όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας μας πηγαίνοντας σε διασκεδάσεις και εκδρομές χωρίς να μας προβληματίζει κάτι. Εκείνη την εποχή με την ζωή που έκανα λησμόνησα κάθε τι που είχα γνωρίσει, αισθανθεί και ακούσει για την αγάπη του Χριστού και την σωτηρία που χαρίζει σε όσους την ζητούν.
Οι σχέσεις μου με τις αδελφές μου συνέχιζαν να είναι πολύ καλές και σε αρκετές κοινωνίες βρισκόμασταν με τον σύζυγο μου μαζί και έτσι άκουγε και αυτός. Στον σύζυγο μου άρεσε να ακούει και έδειξε αμέσως ενδιαφέρον. Έτσι και οι δύο μαζί πήγαμε μερικές φορές στην εκκλησία πριν παντρευτούμε. Δεν είχε έρθει όμως η ώρα να αφήσουμε όλα αυτά που μας κρατούσαν μακριά από τον Χριστό και να προσκολληθούμε σε αυτόν.
Στα 27 μας χρόνια παντρευτήκαμε και αποκτήσαμε δύο παιδιά. Η σχέση μας στηριζόταν στην αμοιβαία αγάπη και εμπιστοσύνη αλλά είχαμε κτίσει τον οίκο μας πάνω στην άμμο. Και πάς ο ακούων τους λόγους μου τούτους και μη κάμνων αυτούς, θέλει ομοιωθή με άνδρα μωρόν, όστις ωκοδόμησε την οικίαν αυτού επί την άμμον (Ματ. ζ-26) Παρά το ότι δεν πηγαίναμε στην εκκλησία εγώ προσευχόμουν στις καθημερινές δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε στην ζωή μας και ζητούσα τις προσευχές των δικών μου ανθρώπων σε εξαιρετικά δύσκολες περιστάσεις, έχοντας πάντα μέσα μου φόβο Θεού. Το μόνο αγκάθι στην σχέση μας με τον σύζυγο μου ήταν η δυσκολία που αυτός αντιμετώπιζε στο να εργαστεί στην δουλειά που ήθελε να κάνει. Ηταν πιλότος στα αεροπλάνα και παρά τις πολλές του προσπάθειες δεν κατάφερνε να προσληφθεί σε κάποια αεροπορική εταιρία. Έτσι αναγκάσθηκε να κάνει διάφορες άλλες δουλειές για να μπορούμε να ζήσουμε. Μετά από μακροχρόνια προσπάθεια κατάφερε να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα και προσλήφθηκε σε κάποια μεγάλη αεροπορική εταιρία.
Τότε και ενώ νομίσαμε ότι η ταλαιπωρία στην ζωή μας τελείωσε, άρχισαν πολλά και σοβαρά προβλήματα. Προβλήματα με την σχέση μας, προβλήματα με την υγεία του άνδρα μου, προβλήματα με την δουλειά του. Άρχισε να δημιουργείτε ένταση, ταραχή, άγχος και ανασφάλεια για το μέλλον μας. Εάν ο Κύριος δεν οικοδομήσει οίκον εις μάτην κοπιάζουσιν οι οικοδομούντες αυτόν, εάν ο Κύριος δεν φυλάξει πόλιν εις μάτην αγρυπνεί ο φυλάττων (Ψαλ. Ρβζ-1) .
Έχασε την δουλειά του χωρίς να υπάρχει εναλλακτική λύση και τότε ήταν που νιώσαμε και οι δύο μετέωροι. Εκείνη την στιγμή στράφηκα ξανά στον Θεό και ζήτησα να μας βοηθήσει. Εν’ τη στεναχωρία μου επεκαλέσθην τον Κύριον και προς τον Θεό μου εβόησα. Ηκουσεν εκ’ του ναού αυτού της φωνής μου, και η κραυγή μου ενώπιον αυτού, εις’ τα ώτα αυτού (Ψαλ. Ιη-6).
Αισθάνθηκα τότε ξανά την αγάπη Του, την μακροθυμία του και την ζεστή Του αγκαλιά. Γέμισε η καρδιά μου ελπίδα και σιγουριά στην παρουσία του. Βρήκα το καταφύγιο που είχε ανάγκη η ψυχή μου. Εκεί, μόνη στην προσευχή αναγεννήθηκα, ένοιωσα το άγγιγμα του Θεού και μετά την προτροπή του να πάρουμε την απόφαση να τον ακολουθήσουμε στην ζωή μας και να πάμε στην αληθινή εκκλησία του Χριστού και να προχωρήσουμε σύμφωνα με τον λόγο Του.
Ξεκινήσαμε να πηγαίνουμε στην εκκλησία και μετά από λίγες ημέρες αναγεννήθηκε και ο σύζυγος μου. Βαπτισθήκαμε εν’ ύδατι στο όνομα του Ιησού Χριστού, κάνοντας το θέλημα του. Όστις πιστεύση και βαπτισθή, θέλει σωθή (Μαρκ. Ιστ-16).
Η απόφαση να ακολουθήσουμε τον Χριστό έφερε ειρήνη, γαλήνη, ασφάλεια και χαρά στις καρδιές μας. Γνωρίσαμε ότι έχουμε έναν Πατέρα που μας αγαπάει, μας φροντίζει και ενδιαφέρεται για εμάς. Ξέρουμε ότι ο Θεός έχει αναλάβει τη ζωή μας και τον εμπιστευόμαστε γιατί Εκείνος βλέπει στο μέλλον και ξέρει τι είναι το καλύτερο για εμάς. Διότι εξεύρει ο πατήρ σας, τίνων έχετε χρείαν, πρίν εσείς ζητήσετε παρ’ αυτού. (Ματ.στ-8).
Αποκτήσαμε την βεβαιότητα της αιώνιας ζωής Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι ο ακούων τον λόγον μου, και πιστεύων εις τον πέμψαντά με, έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν δεν έρχεται, αλλά μετέβη εκ του θανάτου εις την ζωήν. (Ιωαν. ε’-24), και τώρα προχωρούμε σύμφωνα με τον λόγο του, τις εντολές του και τις υποσχέσεις του, με την ελπίδα ότι σύντομα θα τον συναντήσουμε, θέλομεν αρπαχθή μετ' αυτών εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις τον αέρα και ούτω θέλομεν είσθαι πάντοτε μετά του Κυρίου. (Θες.Α’ δ’-17), θα αντικρίσουμε το πρόσωπο Του και θα ζήσουμε αιώνια κοντά του.
ANNA ΜΑΚΡΥΠΟΔΗ









